διασκεδαστής

διασκεδ-αστής, οῦ, ,
A scatterer, as Adj., extravagant, reckless,

τρόπος Ph.1.89

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασκεδαστής — ο (θηλ. στρια, η) (Α διασκεδαστής διασκεδάστρια) 1. φίλος τών διασκεδάσεων, γλεντοκόπος 2. αυτός που διασκεδάζει τους άλλους αρχ. 1. διασκορπιστής 2. ως επίθ. απερίσκεπτος, αμελής …   Dictionary of Greek

  • διασκεδαστής — ο θηλ. διασκεδάστρια αυτός που διασκεδάζει άλλους κατ’ επάγγελμα: Εργάζεται ως διασκεδαστής σε τσίρκο κάνοντας τον κλόουν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασκεδαστήν — διασκεδαστής scatterer masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γουίλιαμς, Ρόμπιν — (Robin Williams, Σικάγο 1952 –). Αμερικανός ηθοποιός. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Καλιφόρνια, αλλά το ταλέντο του τον έστρεψε στην υποκριτική. Υπερκινητικός, μίμος, ετοιμόλογος και διασκεδαστής, έγινε ο αγαπημένος ηθοποιός μικρών και… …   Dictionary of Greek

  • Μαρίνος, Γιώργος — (Αθήνα 1939 –). Τραγουδιστής, ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου και διασκεδαστής. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο έργο του Μάνου Χατζιδάκη με τίτλο Οδός ονείρων αποσπώντας θετικές… …   Dictionary of Greek

  • γελωτοποιός — ο ο παλιάτσος, ο διασκεδαστής που με τις κινήσεις και τις εκφράσεις του κάνει τους άλλους να γελούν: Τους βασιλιάδες συνήθως διασκέδαζαν οι γελωτοποιοί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.